Γοργώ

I
Μυθολογικόπρόσωπο. Βλ. λ. Γοργόνα.
II
Όνομα ιστορικών προσώπων.
1. Κόρη του βασιλιά Κλεομένη της Σπάρτης και σύζυγος του Λεωνίδα (5ος αι. π.Χ.). Πολύ έξυπνη, κατάλαβε πως ο πατέρας της κινδύνευε να καμφθεί όταν ο Πέρσης πρέσβης του ζήτησε γη και ύδωρ και του είπε: «Πατέρα, ο ξένος θα σε διαφθείρει αν δεν τον διώξεις!». Αργότερα, όταν έφτασε στη Σπάρτη δελτίον δίπτυχον εκ μέρους του εξόριστου βασιλιά της Σπάρτης Δημάρατου, που είχε καταφύγει στην περσική αυλή, η Γ., βασίλισσα πια, κατάλαβε πως κάτω από το κερί θα είχαν γραφεί πληροφορίες και συμβούλεψε να ξύσουν προσεκτικά το κερί. Πραγματικά, υπήρχε εκεί η είδηση της εκστρατείας που μελετούσε ο Ξέρξης εναντίον της Ελλάδας.
2. Λέσβια ποιήτρια, που συναγωνιζόταν τη Σαπφώ (6ος αι. π.Χ.). Η τελευταία αναφερόταν σε αυτήν με ειρωνικό τρόπο στις ωδές της.
III
(Αστρον.).Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 13 Μαΐου 1909. Το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι 15,9 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και από τον Ήλιο 11,9.
* * *
Γοργώ, η (Α)
τέρας τής αρχαίας ελληνικής μυθολογίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. γοργός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Γοργῶ — Γοργώ the Gorgon fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) Γοργώ the Gorgon fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργώ — the Gorgon fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοργῶ — γοργός grim masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοργῷ — γοργός grim masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοργώ — γοργός grim masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γόργῳ — Γόργος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργῶς — Γοργώ the Gorgon fem gen sg (doric aeolic) Γοργώ the Gorgon fem acc pl Γοργώ the Gorgon fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργοῦς — Γοργώ the Gorgon fem gen sg Γοργώ the Gorgon fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργόνες — Γοργώ the Gorgon fem nom pl Γοργώ the Gorgon fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γοργόσι — Γοργώ the Gorgon fem dat pl (epic) Γοργώ the Gorgon fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.